Τέσσερις στους δέκα εργαζομένους στην Ελλάδα αναφέρουν συμπτώματα επαγγελματικής εξουθένωσης, σύμφωνα με πανελλαδική έρευνα σε δείγμα 4.100 εργαζομένων που παρουσιάστηκε σήμερα από ερευνητική ομάδα του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών σε συνεργασία με πανεπιστημιακά τμήματα ψυχολογίας.
Το ποσοστό, 41%, είναι σημαντικά αυξημένο σε σχέση με το 33% της αντίστοιχης μέτρησης του 2023 και τοποθετεί την Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ με την υψηλότερη επιβάρυνση.
Οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση
Οι επαγγελματίες υγείας βρίσκονται στην κορυφή με 58%, ακολουθούμενοι από τους εκπαιδευτικούς (52%) και τους εργαζομένους στον τουρισμό και την εστίαση (49%). Στον αντίποδα, οι χαμηλότερες τιμές καταγράφονται στους κλάδους της τεχνολογίας (29%) και των χρηματοοικονομικών (31%), όπου είναι πιο διαδεδομένη η υβριδική εργασία.
Η έρευνα εντοπίζει τρεις παράγοντες που συνδέονται ισχυρότερα με την εξουθένωση: τον υπερβολικό όγκο εργασίας, την έλλειψη ελέγχου πάνω στο ωράριο και το αντικείμενο, και την ανεπαρκή αναγνώριση, οικονομική και ηθική.
Το κόστος για την οικονομία
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το κόστος της επαγγελματικής εξουθένωσης για την ελληνική οικονομία, σε απουσίες, μειωμένη παραγωγικότητα και δαπάνες υγείας, ανέρχεται στο 1,1% του ΑΕΠ, περίπου 2,6 δισ. ευρώ ετησίως.
Παρά το μέγεθος του προβλήματος, μόλις το 12% των επιχειρήσεων με πάνω από 50 εργαζομένους διαθέτει οργανωμένο πρόγραμμα ψυχικής υγείας, ενώ οι περισσότερες περιορίζονται σε αποσπασματικές δράσεις.
Τι λειτουργεί
Η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει ότι οι πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις είναι οργανωσιακές και όχι ατομικές: ρεαλιστικός φόρτος εργασίας, σαφή όρια στη διαθεσιμότητα εκτός ωραρίου, εκπαίδευση των προϊσταμένων και εύκολη πρόσβαση σε ψυχολογική υποστήριξη.
«Τα σεμινάρια διαχείρισης άγχους δεν αρκούν όταν το πρόβλημα είναι δομικό», τονίζει η επιστημονική υπεύθυνη της έρευνας. «Χρειάζεται να αλλάξει ο τρόπος που οργανώνεται η εργασία, όχι μόνο ο τρόπος που την αντέχουμε».
Το πλήρες κείμενο της έρευνας θα δημοσιευθεί τον Οκτώβριο.